Ένα ενδιαφέρον, μεταφρασμένο, άρθρο του καθηγητή Κλασικών Σπουδών, Ιστορίας, Θρησκείας και Θεολογίας στο πανεπιστήμιο Exeter Neville Morley. Δημοσιεύτηκε στο Conversation (22-01-2026)
Στην ομιλία του, στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney θρήνησε την παρακμή της διεθνούς συνεργασίας, επικαλούμενος μια αυθεντία από την αρχαία Ελλάδα.
«Φαίνεται πως καθημερνικά μάς υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, ότι η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες φθίνει, ότι οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι πρέπει. Και αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανεπιβάλλεται».
Δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί από τη Δανία, την Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες παραθέτουν την ίδια φράση του αρχαίου Έλληνα ιστορικού, συζητώντας την απαίτηση του Donald Trump για τη Γροιλανδία. Αναφέρεται ως πηγή έμπνευσης για την επιθετική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική του συμβούλου του, Stephen Miller, ιδίως απέναντι στη Βενεζουέλα.
Σε ιστολόγια και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης η μοίρα της Γάζας και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ερμηνεύονται μέσα από το ίδιο πρίσμα. Είναι προφανώς δύσκολο να στοχαστεί κανείς τον σημερινό κόσμο χωρίς να αντιδράσει όπως ο W. H. Auden στην κατάρρευση της παλιάς τάξης πραγμάτων το 1939: «Ο εξόριστος Θουκυδίδης γνώριζε».
Το παράδοξο της φράσης «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν» είναι ότι γίνεται κατανοητή με ριζικά διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά, παρουσιάζεται ως περιγραφή της αληθινής φύσης του κόσμου (ενάντια στους αφελείς φιλελεύθερους) και ως κανονιστική δήλωση (οι αδύναμοι πρέπει να υποτάσσονται).Από την άλλη, θεωρείται ως εικόνα ενός σκοτεινού αυταρχικού παρελθόντος που ελπίζαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας, και ως καταδίκη της ανεξέλεγκτης ισχύος. Όλες αυτές οι ερμηνείες επικαλούνται το κύρος του Θουκυδίδη.
Και αυτό είναι ένα ισχυρό διαπιστευτήριο.
Η επιμονή του Θουκυδίδη στη σημασία της αναζήτησης της αλήθειας για το παρελθόν, αντί της αποδοχής οποιασδήποτε αφήγησης, θεμελίωσε τον ισχυρισμό του ότι μια τέτοια έρευνα θα βοηθούσε τους αναγνώστες να κατανοήσουν τα παρόντα και μελλοντικά γεγονότα.
Ως αποτέλεσμα, στη σύγχρονη εποχή ο αρχαίος ιστορικός έχει επαινεθεί τόσο ως πρόδρομος της κριτικής, επιστημονικής ιστοριογραφίας όσο και ως πρωτοπόρος πολιτικός θεωρητικός. Η απουσία οτιδήποτε που να μοιάζει ουσιαστικά με θεωρητικούς κανόνες στο έργο του δεν εμπόδισε τους ανθρώπους να ισχυρίζονται ότι τους εντοπίζουν.
Η φράση για τους ισχυρούς και τους αδύναμους αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Προέρχεται από τον Μηλιακό Διάλογο στο έργο του Θουκυδίδη Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 416 π.Χ., μια αθηναϊκή δύναμη έφθασε στο ουδέτερο νησί της Μήλου και απαίτησε την υποταγή του. Οι ηγέτες των Μηλίων ζήτησαν να διαπραγματευτούν, και ο Θουκυδίδης παρουσιάζει μια λογοτεχνική ανασύνθεση της ανταλλαγής που ακολούθησε.
Η επίμαχη φράση προέρχεται από την αρχή, όταν οι Αθηναίοι όρισαν ότι δεν θα επικαλεστούν κανένα δικαίωμα για την κατάληψη της Μήλου, πέρα από τη δύναμη να το πράξουν, και ότι, αντιστρόφως, δεν θα άκουγαν κανένα επιχείρημα βασισμένο σε αρχές. «Ζητήματα δικαιοσύνης ισχύουν μόνο μεταξύ ίσων ως προς τη δύναμη», δήλωσαν ωμά. «Διαφορετικά, οι ισχυροί επιβάλλουν όσα μπορούν και οι αδύναμοι παραχωρούν όσα πρέπει».
Στη σύγχρονη θεωρία των διεθνών σχέσεων αυτό ερμηνεύεται μερικές φορές ως η πρώτη διατύπωση της ρεαλιστικής σχολής σκέψης. Μελετητές όπως ο John Mearsheimer υποστηρίζουν ότι ο Θουκυδίδης εντόπισε τη βασική αρχή της ρεαλιστικής θεωρίας: ότι σε έναν «αναρχικό» κόσμο το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται μόνο εφόσον εξυπηρετεί το στρατηγικό συμφέρον των ισχυρών κρατών, διαφορετικά το δίκαιο ταυτίζεται με την ισχύ. Η μοίρα των Μηλίων, που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά αφού ανόητα αποφάσισαν να αντισταθούν, ενισχύει αυτό το δίδαγμα.
Όμως αυτά είναι τα λόγια προσώπων μέσα στην αφήγηση του Θουκυδίδη, όχι του ίδιου του Θουκυδίδη. Δεν μπορούμε απλώς να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης πίστευε πως «το δίκαιο του ισχυρού» αποτελεί την αληθινή φύση του κόσμου, ή ότι σκόπευε οι αναγνώστες του να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι ενδέχεται να μην το πίστευαν, αφού στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους Μηλίους ώστε να παραδοθούν χωρίς μάχη. Ακόμη σημαντικότερο, ο Θουκυδίδης και οι αναγνώστες του γνώριζαν πολύ καλά τη καταστροφική αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία το επόμενο έτος, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά πρακτικά όρια της νοοτροπίας «θέλω, παίρνω, κατέχω».
Επομένως, δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως ρεαλιστική θεωρητική θέση. Όμως, αν ο Θουκυδίδης σκόπευε απλώς να απεικονίσει την ιμπεριαλιστική αλαζονεία, να διδάξει ότι «η ύβρις προηγείται της πτώσης», ή να διερευνήσει πώς οι αθηναϊκές στάσεις οδήγησαν σε καταστροφικούς λανθασμένους υπολογισμούς, θα μπορούσε να είχε συνθέσει έναν και μόνο λόγο.
Η επιλογή του διαλόγου δείχνει ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και δεν αφορούν μόνο την Αθήνα. Τον ενδιαφέρει εξίσου η ψυχολογία των «αδύναμων»: ο συνδυασμός ικεσίας, διαπραγμάτευσης, ευσεβούς πόθου και πρόκλησης που χαρακτηρίζει τους Μηλίους, καθώς και η τελική τους άρνηση να αποδεχθούν το αθηναϊκό επιχείρημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιχειρήματα των Μηλίων είναι σωστά, ακόμη κι αν νιώθουμε μεγαλύτερη συμπάθεια προς αυτούς. Ο τρόπος σκέψης τους μπορεί να είναι εξίσου προβληματικός. Ίσως έχουν κάποιο δίκιο όταν υποστηρίζουν ότι, αν υποκύψουν αμέσως, χάνουν κάθε ελπίδα, «ενώ αν αντισταθούμε σε εσάς, παραμένει ακόμη η ελπίδα να μη καταστραφούμε».
Η πεποίθησή τους, ωστόσο, ότι οι θεοί θα τους βοηθήσουν, «επειδή είμαστε δίκαιοι άνθρωποι που αμυνόμαστε απέναντι στην επιθετικότητα», είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελής. Η προθυμία της άρχουσας ομάδας να θυσιάσει ολόκληρη την πόλη προκειμένου να διατηρήσει τη δική της θέση πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Η εναλλαγή του διαλόγου αναδεικνύει συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες και αξίες και θα έπρεπε να μας ωθεί να αναλογιστούμε τη δική μας στάση. Ποια είναι η θέση της δικαιοσύνης σε έναν αναρχικό κόσμο; Είναι σωστό να τίθεται η κυριαρχία πάνω από τις ανθρώπινες ζωές; Πώς είναι να είσαι ισχυρός ή αδύναμος;
Αξίζει να εμπλακούμε με ολόκληρο το επεισόδιο και όχι μόνο με απομονωμένες φράσεις — ή ακόμη και να προσπαθήσουμε να χαράξουμε τον δικό μας δρόμο μέσα από τη συζήτηση προς ένα λιγότερο κακό αποτέλεσμα.
Ο Άγγλος πολιτικός φιλόσοφος Thomas Hobbes, προλογίζοντας την κλασική του μετάφραση του 1629, παρατήρησε ότι ο Θουκυδίδης δεν προσέφερε ποτέ κανόνες ή διδάγματα, ωστόσο ήταν «ο πιο πολιτικός ιστοριογράφος». Οι σύγχρονοι αναγνώστες πολύ συχνά απομονώνουν αποσπάσματα εκτός συμφραζομένων, υποθέτουν ότι εκφράζουν τις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και τα παρουσιάζουν ως διαχρονικούς νόμους. Ο Hobbes έβλεπε τον Θουκυδίδη ως έναν συγγραφέα που παρουσιάζει σύνθετες καταστάσεις, τις οποίες οφείλουμε να αποκωδικοποιήσουμε μόνοι μας.
Είναι εντυπωσιακό ότι ένας συγγραφέας φημισμένος για το βάθος και την πολυπλοκότητά του καταλήγει να περιορίζεται σε ατάκες. Όμως οι αντιφάσεις στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται αυτές οι ατάκες — ο τρόπος με τον οποίο ο Θουκυδίδης μάς παρουσιάζει μια ισχυρή και αμφιλεγόμενη ιδέα χωρίς να μας λέει τι να σκεφτούμε γι’ αυτήν — θα έπρεπε να μας οδηγήσουν πίσω στο πρωτότυπο.
Στην ομιλία του, στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, ο Καναδός πρωθυπουργός Mark Carney θρήνησε την παρακμή της διεθνούς συνεργασίας, επικαλούμενος μια αυθεντία από την αρχαία Ελλάδα.
«Φαίνεται πως καθημερνικά μάς υπενθυμίζεται ότι ζούμε σε μια εποχή ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, ότι η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες φθίνει, ότι οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι πρέπει. Και αυτό το απόφθεγμα του Θουκυδίδη παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως φυσική λογική των διεθνών σχέσεων που επανεπιβάλλεται».
Δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί από τη Δανία, την Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες παραθέτουν την ίδια φράση του αρχαίου Έλληνα ιστορικού, συζητώντας την απαίτηση του Donald Trump για τη Γροιλανδία. Αναφέρεται ως πηγή έμπνευσης για την επιθετική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική του συμβούλου του, Stephen Miller, ιδίως απέναντι στη Βενεζουέλα.
Σε ιστολόγια και σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης η μοίρα της Γάζας και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ερμηνεύονται μέσα από το ίδιο πρίσμα. Είναι προφανώς δύσκολο να στοχαστεί κανείς τον σημερινό κόσμο χωρίς να αντιδράσει όπως ο W. H. Auden στην κατάρρευση της παλιάς τάξης πραγμάτων το 1939: «Ο εξόριστος Θουκυδίδης γνώριζε».
Το παράδοξο της φράσης «οι ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν» είναι ότι γίνεται κατανοητή με ριζικά διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία πλευρά, παρουσιάζεται ως περιγραφή της αληθινής φύσης του κόσμου (ενάντια στους αφελείς φιλελεύθερους) και ως κανονιστική δήλωση (οι αδύναμοι πρέπει να υποτάσσονται).Από την άλλη, θεωρείται ως εικόνα ενός σκοτεινού αυταρχικού παρελθόντος που ελπίζαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας, και ως καταδίκη της ανεξέλεγκτης ισχύος. Όλες αυτές οι ερμηνείες επικαλούνται το κύρος του Θουκυδίδη.
Και αυτό είναι ένα ισχυρό διαπιστευτήριο.
Η επιμονή του Θουκυδίδη στη σημασία της αναζήτησης της αλήθειας για το παρελθόν, αντί της αποδοχής οποιασδήποτε αφήγησης, θεμελίωσε τον ισχυρισμό του ότι μια τέτοια έρευνα θα βοηθούσε τους αναγνώστες να κατανοήσουν τα παρόντα και μελλοντικά γεγονότα.
Ως αποτέλεσμα, στη σύγχρονη εποχή ο αρχαίος ιστορικός έχει επαινεθεί τόσο ως πρόδρομος της κριτικής, επιστημονικής ιστοριογραφίας όσο και ως πρωτοπόρος πολιτικός θεωρητικός. Η απουσία οτιδήποτε που να μοιάζει ουσιαστικά με θεωρητικούς κανόνες στο έργο του δεν εμπόδισε τους ανθρώπους να ισχυρίζονται ότι τους εντοπίζουν.
Η φράση για τους ισχυρούς και τους αδύναμους αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Προέρχεται από τον Μηλιακό Διάλογο στο έργο του Θουκυδίδη Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου. Το 416 π.Χ., μια αθηναϊκή δύναμη έφθασε στο ουδέτερο νησί της Μήλου και απαίτησε την υποταγή του. Οι ηγέτες των Μηλίων ζήτησαν να διαπραγματευτούν, και ο Θουκυδίδης παρουσιάζει μια λογοτεχνική ανασύνθεση της ανταλλαγής που ακολούθησε.
Η επίμαχη φράση προέρχεται από την αρχή, όταν οι Αθηναίοι όρισαν ότι δεν θα επικαλεστούν κανένα δικαίωμα για την κατάληψη της Μήλου, πέρα από τη δύναμη να το πράξουν, και ότι, αντιστρόφως, δεν θα άκουγαν κανένα επιχείρημα βασισμένο σε αρχές. «Ζητήματα δικαιοσύνης ισχύουν μόνο μεταξύ ίσων ως προς τη δύναμη», δήλωσαν ωμά. «Διαφορετικά, οι ισχυροί επιβάλλουν όσα μπορούν και οι αδύναμοι παραχωρούν όσα πρέπει».
Στη σύγχρονη θεωρία των διεθνών σχέσεων αυτό ερμηνεύεται μερικές φορές ως η πρώτη διατύπωση της ρεαλιστικής σχολής σκέψης. Μελετητές όπως ο John Mearsheimer υποστηρίζουν ότι ο Θουκυδίδης εντόπισε τη βασική αρχή της ρεαλιστικής θεωρίας: ότι σε έναν «αναρχικό» κόσμο το διεθνές δίκαιο εφαρμόζεται μόνο εφόσον εξυπηρετεί το στρατηγικό συμφέρον των ισχυρών κρατών, διαφορετικά το δίκαιο ταυτίζεται με την ισχύ. Η μοίρα των Μηλίων, που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά αφού ανόητα αποφάσισαν να αντισταθούν, ενισχύει αυτό το δίδαγμα.
Όμως αυτά είναι τα λόγια προσώπων μέσα στην αφήγηση του Θουκυδίδη, όχι του ίδιου του Θουκυδίδη. Δεν μπορούμε απλώς να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης πίστευε πως «το δίκαιο του ισχυρού» αποτελεί την αληθινή φύση του κόσμου, ή ότι σκόπευε οι αναγνώστες του να καταλήξουν σε αυτό το συμπέρασμα. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι ενδέχεται να μην το πίστευαν, αφού στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους Μηλίους ώστε να παραδοθούν χωρίς μάχη. Ακόμη σημαντικότερο, ο Θουκυδίδης και οι αναγνώστες του γνώριζαν πολύ καλά τη καταστροφική αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία το επόμενο έτος, η οποία ανέδειξε τα σοβαρά πρακτικά όρια της νοοτροπίας «θέλω, παίρνω, κατέχω».
Επομένως, δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουμε ως ρεαλιστική θεωρητική θέση. Όμως, αν ο Θουκυδίδης σκόπευε απλώς να απεικονίσει την ιμπεριαλιστική αλαζονεία, να διδάξει ότι «η ύβρις προηγείται της πτώσης», ή να διερευνήσει πώς οι αθηναϊκές στάσεις οδήγησαν σε καταστροφικούς λανθασμένους υπολογισμούς, θα μπορούσε να είχε συνθέσει έναν και μόνο λόγο.
Η επιλογή του διαλόγου δείχνει ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και δεν αφορούν μόνο την Αθήνα. Τον ενδιαφέρει εξίσου η ψυχολογία των «αδύναμων»: ο συνδυασμός ικεσίας, διαπραγμάτευσης, ευσεβούς πόθου και πρόκλησης που χαρακτηρίζει τους Μηλίους, καθώς και η τελική τους άρνηση να αποδεχθούν το αθηναϊκό επιχείρημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα επιχειρήματα των Μηλίων είναι σωστά, ακόμη κι αν νιώθουμε μεγαλύτερη συμπάθεια προς αυτούς. Ο τρόπος σκέψης τους μπορεί να είναι εξίσου προβληματικός. Ίσως έχουν κάποιο δίκιο όταν υποστηρίζουν ότι, αν υποκύψουν αμέσως, χάνουν κάθε ελπίδα, «ενώ αν αντισταθούμε σε εσάς, παραμένει ακόμη η ελπίδα να μη καταστραφούμε».
Η πεποίθησή τους, ωστόσο, ότι οι θεοί θα τους βοηθήσουν, «επειδή είμαστε δίκαιοι άνθρωποι που αμυνόμαστε απέναντι στην επιθετικότητα», είναι στην καλύτερη περίπτωση αφελής. Η προθυμία της άρχουσας ομάδας να θυσιάσει ολόκληρη την πόλη προκειμένου να διατηρήσει τη δική της θέση πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
Η εναλλαγή του διαλόγου αναδεικνύει συγκρουόμενες κοσμοθεωρίες και αξίες και θα έπρεπε να μας ωθεί να αναλογιστούμε τη δική μας στάση. Ποια είναι η θέση της δικαιοσύνης σε έναν αναρχικό κόσμο; Είναι σωστό να τίθεται η κυριαρχία πάνω από τις ανθρώπινες ζωές; Πώς είναι να είσαι ισχυρός ή αδύναμος;
Αξίζει να εμπλακούμε με ολόκληρο το επεισόδιο και όχι μόνο με απομονωμένες φράσεις — ή ακόμη και να προσπαθήσουμε να χαράξουμε τον δικό μας δρόμο μέσα από τη συζήτηση προς ένα λιγότερο κακό αποτέλεσμα.
Ο Άγγλος πολιτικός φιλόσοφος Thomas Hobbes, προλογίζοντας την κλασική του μετάφραση του 1629, παρατήρησε ότι ο Θουκυδίδης δεν προσέφερε ποτέ κανόνες ή διδάγματα, ωστόσο ήταν «ο πιο πολιτικός ιστοριογράφος». Οι σύγχρονοι αναγνώστες πολύ συχνά απομονώνουν αποσπάσματα εκτός συμφραζομένων, υποθέτουν ότι εκφράζουν τις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και τα παρουσιάζουν ως διαχρονικούς νόμους. Ο Hobbes έβλεπε τον Θουκυδίδη ως έναν συγγραφέα που παρουσιάζει σύνθετες καταστάσεις, τις οποίες οφείλουμε να αποκωδικοποιήσουμε μόνοι μας.
Είναι εντυπωσιακό ότι ένας συγγραφέας φημισμένος για το βάθος και την πολυπλοκότητά του καταλήγει να περιορίζεται σε ατάκες. Όμως οι αντιφάσεις στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται αυτές οι ατάκες — ο τρόπος με τον οποίο ο Θουκυδίδης μάς παρουσιάζει μια ισχυρή και αμφιλεγόμενη ιδέα χωρίς να μας λέει τι να σκεφτούμε γι’ αυτήν — θα έπρεπε να μας οδηγήσουν πίσω στο πρωτότυπο.
