Θα ένιωθε προσβεβλημένος ο Αριστοφάνης για την αποβολή του από το νέο («καινοτόμο») Πρόγραμμα Σπουδών; Πιθανότατα όχι, υποστηρίζει ο Δημήτρης Κανελλάκης.
Πρώτα, επειδή, ο Αριστοφάνης υπερασπίζεται τους ζωντανούς, τους νικητές και τον ατομικό ήρωα —όσο ειρωνική κι αν είναι αυτή η αποθέωση του οπορτουνισμού και του εγωισμού— ενώ η συντηρητική, ελληνική εκπαίδευση αρκείται στο ευθύ και ταπεινό δίδαγμα της αρχαιοελληνικής τραγωδίας: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».
Ύστερα, επειδή η απροθυμία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος να καλλιεργήσει την κριτική παιδεία, καθιστά "άβολη" την πολιτική αυτοκριτική που εκφράζει ο Αριστοφάνης. Ενώ ο αρχαίος ποιητής επέκρινε τους πολίτες που απέχουν από τα κοινά («χαυνοπολῖται», Αχαρνείς 635), τη σκανδαλώδη νομιμοποίηση της διαφθοράς, την ιδιοποίηση δημόσιων πόρων από αξιωματούχους, την αντικοινωνική συμπεριφορά των διανοουμένων, τους μικροαστούς που υπονομεύουν τη συλλογική ευημερία —και πολλά άλλα— το σύγχρονο ελληνικό σχολείο έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να αναπαράγει μια κοινωνία απρόθυμη να αντικρίσει τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Από την άλλη μεριά, ωστόσο, η μεγάλη ζήτηση και προσφορά διασκευών του έργου του για νεανικό κοινό σήμερα —εικονογραφημένα βιβλία, κόμικς, θεατρικές παραστάσεις, κουκλοθέατρο, θέατρο σκιών και βιντεοπαιχνίδια— μαζί με τις προσπάθειες πολλών εκπαιδευτικών να εισαγάγουν τον κωμικό ποιητή μέσω εξωσχολικών δραστηριοτήτων, δείχνουν πόσο πρόθυμα είναι τα παιδιά και οι έφηβοι για περισσότερο γέλιο, περισσότερο χιούμορ και περισσότερη στοχαστική φαντασία. Εκεί όπου η τυπική, ελληνική εκπαίδευση αποτυγχάνει να καλύψει αυτή την ανάγκη, ο Αριστοφάνης θα είναι πάντοτε παρών.
