Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή, Οκτωβρίου 29, 2010

Ψηφιακές κλασικές σπουδές


Στην επόμενη αναφορά η Alison Babeu εξετάζει την τρέχουσα κατάσταση στον χώρο των ψηφιακών κλασικών σπουδών, καθώς επίσης τα σχετικά ηλεκτρονικά προγράμματα και πώς αυτά αξιοποιούνται. Ο απώτερος στόχος είναι η αναλυτική προσέγγιση, αφενός, της υπάρχουσας τεχνο-υποδομής που ήδη υπάρχει προς υποστήριξη του έργου των κλασικών φιλολόγων και όσων γενικότερα ασχολούνται με τις ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές και, αφετέρου, η παρουσίαση των εργαλείων ή υπηρεσιών που έχουν ήδη κατασκευαστεί και χρειάζονται αναδιάρθρωση.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 11, 2010

zoteroγραφία για τις κλασικές σπουδές



Το zotero είναι δωρεάν "πρόσθετο", το οποίο, προσαρτημένο στον Firefox, υποστηρίζει τον χρήστη στη συγκέντρωση διαδικτυακής εργογραφίας για το οποιοδήποτε θέμα. Έχω ήδη συγκεντρώσει, στο γκρουπ Digital Classics, γύρω στις 212 μέχρι σήμερα ξενόγλωσσες αναφορές, σχετικές με τις ψηφιακές κλασικές σπουδές, τις οποίες επιμερίζω σε ερευνητικές και διδακτικές -τα όρια είναι σχετικά. Όποιος θέλει, μπορεί, για λίγες μόνον ημέρες, να τις δει, καθώς τις επεξεργάζομαι συνέχεια (λ.χ. μεταφράζω, κάποτε αξιολογώντας, στα ελληνικά κάποιες περιλήψεις έργων). Τα παραθέματα αυτά είναι παρμένα από την προσωπική μου, κλειστή προς το παρόν για το κοινό, βιβλιοθήκη, που υπάρχει επίσης στο zotero και περιέχει συνημμένα και τα ίδια τα έργα. Κάποιες αναφορές τις παίρνω από το zotero και τις δημοσιεύω σε διάφορα μέρη της ιστοσελίδας μου (βλ., λ.χ., εδώ). Προσωπικά με ενδιαφέρει να συγκεντρώσω στο zotero με σχόλια και ελληνική εργογραφία, σχετική κυρίως με τη διδακτική των κλασικών με τις ΤΠΕ, ώστε να εξαχθούν χρήσιμα, συγκριτικού τύπου, συμπεράσματα ως προς το τι γράφεται και λέγεται από τους εκπαιδευτικούς γύρω από το σχετικό θέμα έξω και μέσα.

Κυριακή, Ιουλίου 18, 2010

Aquileia 2010



Στην πανέμορφη Aquileia της Ιταλίας πραγματοποιήθηκε φέτος (4-11 Ιουλίου, 2010) το πέμπτο σεμινάριο του ευρωπαϊκού προγράμματος Circe για τη διδασκαλία των κλασικών γλωσσών και πολιτισμού με τις ΤΠΕ (Circe project: A Classics & ICT Resource Course for Europe). Το πρόγραμμα ενδοϋπηρεσιακής κατάρτισης (που εντάσσεται στο Comenius) αποσκοπεί στην προώθηση των κλασικών σπουδών στις χώρες της Ευρώπης, υποστηρίζοντας το έργο των εκπαιδευτικών που διδάσκουν την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία και τον πολιτισμό τους με τις ΤΠΕ στα ευρωπαϊκά σχολεία. Φέτος συμμετείχαν στο σεμινάριο 28 εκπαιδευτικοί από διάφορες χώρες (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Κύπρο) + 5 που ανήκαν στους οργανωτές. Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή εκπαιδευτικών από τη χώρα (εδώ την Ιταλία) στην οποία το σεμινάριο πραγματοποιείται. Από την Ελλάδα συμμετείχαμε με υποτροφία του ΙΚΥ τρεις εκπαιδευτικοί (εγώ, η Άννα και η Εύα), και δύο από την Κύπρο (η Κυριακή και η Γιωργία). Τόπος διεξαγωγής του σεμιναρίου ήταν το Λύκειο "A. Einstein"- ISIS Malignani School στο Cervignano del Fruili, που απέχει 6 περίπου χιλιόμετρα από την Aquileia.

Δεν χρειάζεται να σημειωθεί η άψογη, κατά τα ευρωπαϊκά ήθη, οργάνωση του σεμιναρίου, που οφείλεται στον μόχθο των οργανωτών (κυρίως του Julian Morgan, του Jens Vemeersch και της Veerle de Troyer). Ο σχολικός χώρος διεξαγωγής του σεμιναρίου ήταν άνετος και πεντακάθαρος, και διέθετε όλες τις απαραίτητες υποδομές (αίθουσα διαλέξεων-παρουσιάσεων, κλειστό γυμναστήριο, που λειτούργησε ως εστιατόριο, μπαρ, και εργαστήριο υπολογιστών, υπό την επίβλεψη του καθηγητή της πληροφορικής του σχολείου, πάντοτε έτοιμου να μας βηθήσει, Pietro). Αν και το πρόγραμμα ήταν φορτωμένο (με διαλέξεις και εργαστήρια από τις 9 το πρωί μέχρι και τις 5 το απόγευμα), ήταν αδύνατον να παραπονεθείς για κούραση, καθώς η μάθηση, συχνά καταχρηστικώς τεχνολογική, συνδυαζόταν με την τέρψη, που την εξασφάλιζαν η πρωινή ποδηλατοδρομία και πεζοπορία προς το σχολείο, η ανταλλαγή απόψεων με τους ευρωπαίους συναδέλφους, οι τοπικές περιηγήσεις στην Aquileia (Βασιλική, αρχαιολογικό μουσείο, αρχαιολογικές ανασκαφές στο ρωμαϊκό λιμάνι και forum) και το παραθαλάσσιο Grado, η εκδρομή στην Τεργέστη και τα λιτά δείπνα στο φιλόξενο ξενοδοχείο Patriarchi της Aquileia. Αν συνυπολογιστεί και ο ολιγόωρος σταθμός (πριν και μετά το σεμινάριο) στην Βενετία και το πολύτιμο, για τον γραμματειακό και εικονιστικό θησαυρό του, Ελληνικό Ινστιτούτο, από το "ταξίδι" αυτό βγήκαμε πλουσιότεροι στο πνεύμα και το βλέμμα. Σχετικά στιγμιότυπα περιλαμβάνονται στο επόμενο βίντεο.


Aquileia 2010-Fifth CIRCE course for European classics teachers from Lampros Polkas on Vimeo.

Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2010

Τo μάθημα και η ματαίωσή του




Η "πολύ ωραία ιστορία", την οποία επικαλείται ο αείμνηστος Αλέξης Δημαράς, ξεκινά το 82/3 και απέβλεπε στη μεταρρύθμιση της διδασκαλίας των Αρχαίων από το πρωτότυπο στο Λύκειο. Όπως την εξηγεί ο τότε πρωταγωνιστής της, ο Φάνης Κακριδής ("Μεταρρυθμίζοντας τη διδασκαλία των αρχαίων", Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 93-94), συνοπτικά το περιεχόμενο και οι αρχές της είχαν ως εξής: "Με ομόφωνη απόφαση του ΚΕΜΕ και με εντολή του Υπουργείου μια ομάδα από δέκα φιλολόγους ξεκινήσαμε σε τέσσερα σχολειά έναν πειραματισμό, με διαφορετική μέθοδο διδασκαλίας του αρχαίου κόσμου. Ας δούμε μόνο τους βασικούς άξονες:

α) Ο αρχαίος κόσμος παρουσιάζεται στη φυσική του εξέλιξη, από τις αρχές, κατεβαίνοντας σκαλί σκαλί τις εποχές, από την ηρωική στην αρχαϊκή, από την αρχαϊκή στην κλασική: πεντηκονταετία, πελοποννησιακός πόλεμος, 4ος αιώνας, Αλεξανδρινοί κλπ.

β) Η παρουσίαση γίνεται πρώτα και πάνω απ' όλα με τα κείμενα, αλλά σε συσχετισμό με τα κείμενα διδάσκονται και σύγχρονά τους εικαστικά: ένας γεωμετρικός αμφορέας δίπλα στον Όμηρο, μια ανατολίζουσα κορινθιακή όλπη δίπλα στον Ησίοδο, ο Ηνίοχος δίπλα στον Πίνδαρο, η ζωοφόρος των Παναθηναίων δίπλα στον Επιτάφιο του Περικλή κλπ.

γ) Τα κείμενα είναι βέβαια στην πλειοψηφία τους λογοτεχνικά, αλλά διδάσκονται και ιστορικές επιγραφές, νόμοι, αποσπάσματα από τον Εκαταίο και τους Προσωκρατικούς, μια γεωμετρική άσκηση του Δημοκρίτου, κεφάλαια από το Ιπποκρατικό σώμα, από φυσιογνωστικά έργα του Αριστοτέλη κλπ.

δ) Η γλωσσική διδασκαλία γίνεται σε συσχετισμό με τα κείμενα και υπηρετεί την ερμηνεία τους. Φυσικά διδάσκονται κάποιες βασικές έννοιες και κανόνες -π.χ. το απαρέμφατο και οι χρήσεις του-, φυσικά υπάρχουν πίνακες με την κλίση των ονομάτων, τα αριθμητικά κλπ., αλλά ποτέ δε διδάσκονται ανεξάρτητα από τα κείμενα.

ε) Η προσέγγιση και η ερμηνεία διευκολύνονται με ένα αναλυτικό υπόμνημα που περιέχει όλες τις απαραίτητες πληροροφορίες για το λεξιλόγιο, τους γραμματικούς τύπους, τη σύνταξη, τα πραγματολογικά κλπ. του συγκεκριμένου κειμένου. Αυτό το υπόμνημα περιορίζεται σε έκταση, όσο προχωρά η γνώση, και κερδίζει σε βάθος.

Με αυτές τις αρχές προχωρούσαμε, συνθέτοντας παράλληλα το εγχειρίδιο και το βιβλίο του καθηγητή, αναπροσαρμόζοντας την πορεία μας ανάλογα με τη διδακτική εμπειρία και τα αποτέλεσματα του πειραματισμού, που δικαιολογούσαν κάθε αισιοδοξία.

Τρία τέρμινα κρατάει το κάθε θαύμα, λένε, αλλά το δικό μας κράτησε δύο μόνο σχολικές χρονιές. Στην αρχή της τρίτης, όταν μπαίναμε πλησίστιοι στην Γ Λυκείου, με την αλλαγή του Υπουργού, τα πάντα άλλαξαν. Ο νέος Υπουργός δεν έστερξε καν να ενημερωθεί για την πορεία του πειραματισμού, και τον σταμάτησε, καθώς ο ίδιος μπορεί να ήταν πολεοδόμος, αλλά είχε δική του άποψη για τη διδασκαλία των Αρχαίων..."


H μεταρρυθμιστική απόπειρα για την αναδιάρθρωση του προγράμματος των αρχαίων ελληνικών στο Λύκειο όχι μόνο δεν ματαιώθηκε, αλλά επανήλθαν τα αρχαία ελληνικά στο Γυμνάσιο. Ο στόχος της ρητορικής των εισηγητών ήταν τότε να πειστεί το κοινό ότι δεν επρόκειτο για "επαναφορά" των αρχαίων, στον βαθμό που όρος αυτός είχε ταυτιστεί με όλα τα αρνητικά σύνδρομα της προγονολατρείας και του διδακτικού φορμαλισμού. Γι' αυτό ο τότε υπουργός Παιδείας δήλωνε πως "Δεν ομιλούμε απλώς για επανεισαγωγή των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο, γιατί δεν εγκρίνουμε τον τρόπο που η διδασκαλία τους γινόταν στο παρελθόν" (Ελευθεροτυπία, 9/7/1987). Την ίδια λίγο πολύ φρασεολογία χρησιμοποίησε αργότερα ο Γ. Μπαμπινιώτης, επικεφαλής της ομάδας που συνέταξε το διδακτικό εγχειρίδιο των "διαχρονικών ελληνικών" για την Α τάξη Γυμνασίου Η ελληνική γλώσσα. Μέσα από αρχαία, βυζαντινά και λόγια κείμενα. ΟΕΔΒ: Αθήνα 1992, σ. 16). Το διδακτικό βιβλίο " α) Δεν αποτελεί απλή επάνοδο ή επιστροφή στη "διδασκαλία των αρχαίων", όπως συνήθως χαρακτηρίζεται η διδασκαλία του αρχαίου ελληνικού λόγου [...] Και συμπλήρωνε ότι "Στόχος της νέας προσέγγισης είναι η γνωριμία του μαθητή με ό λ ε ς τις καθοριστικές περιόδους και μορφές της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας (κείμενα). Με ό,τι δηλ. θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως "μη δημοτική ελληνική γλώσσα", παρ΄ όλες τις εύλογες αντιρρήσεις που μπορεί να γεννήσει μια τέτοια σχηματοποιημένη και υπεργενικευμένη διατύπωση".

Παρά τις εξαγγελίες αυτές, το μάθημα αυτό σήμερα στο Γυμνάσιο διδάσκεται ως "αρχαία ελληνική γλώσσα", χωρίς κανείς στο μεταξύ να έχει αντιδράσει ή να δικαιολογήσει τους λόγους που επέβαλαν τη λαθραία μετάβαση από τα "διαχρονικά" στα "αρχαία ελληνικά".

Σάββατο, Ιουνίου 19, 2010

Σχολικές μεταφράσεις: "όπως όπως"



Το πιο λογοκριμένο κεφάλαιο της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στη δ.ε. παραμένει εδώ και χρόνια η ενδογλωσσική μετάφραση. Παρά το γεγονός ότι η μεταφραστική διαδικασία (από τα αρχαία στα νέα) εξετάζεται και αξιολογείται τόσο στις ενδοσχολικές όσο και στις πανελλαδικές εξετάσεις, τα επίσημα προγράμματα σπουδών και οι σχεδιαστές τους τηρούν υποκριτική σιωπή ως προς τη διδασκαλία της. Αποτέλεσμα: η νομιμοποίηση στο γυμνάσιο και λύκειο κάθε είδους μεταφραστικής κακογλωσσίας, η οποία αναπαράγεται και από το σύστημα της παραπαιδείας και τις φυλλάδες. Δεν έχει παρά να δει κανείς τα πρότυπα παραδείγματα της μεταφραστικής "αργκό", που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στον Τύπο, με το τέλος της πανελλαδικής εξέτασης των υποψηφίων της θεωρητικής κατεύθυνσης στο "γνωστό" και "άγνωστο" κείμενο. Και δεν συγκινούν κανένα. Όσο για το "αδιάβλητο" των πανελλαδικών εξετάσεων, δεν επιτρέπει μέχρι σήμερα να παρουσιαστούν σχετικά (αξιολογημένα ως άριστα και επαρκή) δείγματα.

Απέναντι στο παρατεινόμενο εδώ και χρόνια προβληματικό αυτό πλαίσιο δεν είναι ίσως άσχετο ότι, όσοι μίλησαν συστηματικά και κριτικά για το πώς μπορούν να μεταφραστούν οι κλασικοί στην εκπαίδευση, προέρχονταν από τον χώρο του παραδοσιακού και νεοτερικού δημοτικισμού. Ο αείμνηστος Ι. Θ. Κακριδής, το 1936, στο Μεταφραστικό Πρόβλημα, έγραφε (σσ. 5-10): Πόση σημασία μορφωτική κλείνει η μετάφραση σαν ενέργεια, αυτό είναι κάτι που καιρό τώρα έπρεπε να το έχει αντικρύσει παράλληλα το σχολείο σαν ένα από το πιο κεντρικά προβλήματα των γλωσσικών μαθημάτων. Στο γυμνάσιο μεταφράζονται πλήθος Έλληνες και Λατίνοι κλασσικοί, πεζοί και ποιητές. Και όμως ούτε η καθημερινή σχολική πράξη στάθηκε αφορμή για τη δημιουργία μιας μεταφραστικής θεωρίας. Τη μετάφραση δεν την είδε το σχολείο καθόλου σα δύναμη μορφωτική. Ο λόγος είναι ότι δεν καταπιαστήκαμε ποτέ οι ίδιοι εμείς οι φιλόλογοι με μια τέτοια προσπάθεια με τα σωστά-μας, έτσι που να νιώσουμε πάνω-μας πρώτα τη μεγάλη-της ωφέλεια. Αν υπάρχει εδώ κι εκεί καμιά εξαίρεση, η κατάσταση δεν αλλάζει. Τη μετάφραση το σχολείο τη χρησιμοποιεί μονάχα για να βοηθήσει το μαθητή να καταλάβει όπως όπως το νόημα του κειμένου, είτε -στην εξέταση- για να φανεί, ότι το κατάλαβε. Την ώρα λοιπόν που εξυπηρετεί πρόσκαιρους μονάχα σκοπούς και δεν είναι να γίνει γνωστή σε πλατύτερο κύκλο, ποιος ο λόγος να κουραστούμε λέει, παιδιά και δάσκαλοι, γι αυτή;

Πόσο πρόχειρα κι απρόσεχτα γίνεται η επεξεργασία της μετάφρασης στα σχολεία μπορεί να καταλάβει κανείς εύκολα, άμα ακούσει πώς μεταφράζει ο απόφοιτος γυμνασίου [σήμερα του λυκείου] και τον πιο απλό συγγραφέα, ακόμα περισσότερο όταν του ζητήσεις να τον αποδώσει στη δημοτική [...] Είτε δημοτική όμως είτε καθαρεύουσα, μια φορά η σχολική μεταφραστική γλωσσα δεν είναι ελληνική. Είναι μια γλώσσα άψυχη, ακατάστατη, κωμική στην ασυνέπειά-της και προπαντός στον τρόπο που σχηματίζει τις περίοδές-της. Δουλικά υποταγμένη στη φράση του πρωτότυπου έργου, που τη βλέπει σαν ένα μηχανικό άθροισμα από λέξες, όχι σαν ένα οργανικό σύνολο, πασκίζει να κρατήσει την πολύπλοκη φράση του αρχαίου αναλύοντας τις μετοχές στερεότυπα σε δευτερεύουσες πρότασες (αφού, επειδή...) και τρομάζοντας μην τύχει και αλλάξει καμμιάς λέξης ή καμμιάς φράσης τη θέση που έχει στο κείμενο [...]

Μην έχοντας καμμιά πίστη στην αξία της μετάφρασης, αποφεύγοντας να τη δουλέψουμε συστηματικά, χρησιμοποιώντας-την αποκλειστικά για μια χοντροκομμένη κατανόηση του πρωτότυπου, στερήσαμε και τον εαυτό-μας και το μαθητή μιαν από τις πιο σημαντικές μορφωτικές πηγές των γλωσσικών μαθημάτων [...] Ο βαθύτερος λόγος, που δεν κατορθώσαμε να ιδούμε τη μεγάλη σημασία της μετάφρασης, είναι ότι σπάνια αντικρύσαμε τη γλώσσα καθολικά σαν πνευματικό δημιούργημα. Εκεί που δεν υπάρχει πρόβλημα γλώσσας δεν υπάρχει ούτε μεταφραστικό πρόβλημα. Εμελετήσαμε τη γλώσσα κομματιαστά, και στις λεπτομέρειες -να πούμε σε γραμματικά ζητήματα- φτάσαμε συχνά σε πλούσια συμπεράσματα. Κι όμως αν είναι αλήθεια, ότι το πνεύμα εκφράζεται και στη γλώσσα απόλυτα, πώς έγινε και μας έφτασε να πιστοποιήσουμε το γραμματικό και το συνταχτικό κανόνα, το ρητορικό σχήμα, τη σπάνια λέξη κλπ., χωρίς να θελήσουμε να δοκιμάσουμε να προσωρήσουμε και να ιδούμε τη μια δύναμη που εμψυχώνει όλες αυτές τις λεπτομέρειες και τις δένει σε μιαν αδιάσπαστη ενότητα; Να αγωνιστούμε πέρα από τον άψυχο τύπο και την ξερή λέξη και φράση, να νιώσουμε το πνεύμα του ατόμου και του λαού, που τους έδωκε τη μορφή αυτή κι όχι άλλη, να κοιτάξουμε να υψωθούμε από τη γλώσσα την αρχαία ώς την ψυχή του κλασσικού, από τη γλώσσα τη δική-μας ώς την ψυχή του λαού-μας, ν' αναμετρήσουμε το βάθος και τη δύναμή-τους -όλα αυτά είναι λαχτάρες που σπάνια άγγιξαν την ψυχή του φιλόλογου [...]

Ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, μαθητής του Ι. Θ. Κακριδή, αποδίδει το συζητούμενο πρόβλημα στην "ενδογλωσσική ανισοτιμία (2001)" ανάμεσα στην αρχαία και τη νέα γλώσσα, παρατηρώντας, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Θα περίμενε κάποιος ότι, στον τόπο μας και στις μέρες μας, η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων θα ήταν και ευκολότερη και ευτυχέστερη, εξαιτίας της εσωτερικής συγγένειας, ή και συνέχειας, μεταφραζόμενης και μεταφραστικής γλώσσας. Στην πραγματικότητα όμως συνέβη του αντίθετο.

Aκριβώς επειδή η νεοελληνική θεωρήθηκε πενιχρό αποβλάστημα της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, της αμφισβητήθηκε και η μεταφραστική της ικανότητα, ειδικότερα ως προς τα κλασικά κείμενα της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι από καλός μεταφραστικός αγωγός, η δημοτική γλώσσα αντιμετωπίστηκε ως ιδιαζόντως κακός αγωγός. Aποτέλεσμα της ενδογλωσσικής αυτής ιδεοληψίας ήταν να αναπτυχθούν στη συντηρητική μεταφραστική θεωρία και πράξη του τόπου μας δύο, συμπληρωματικές μεταξύ τους, τάσεις: η δογματικότερη απέρριπτε εξαρχής τη δυνατότητα μετάφρασης των κλασικών κειμένων στη σύγχρονη νεοελληνική. Η μετριοπαθέστερη θεώρησε τη συγκεκριμένη μεταφραστική παραγωγή λύση εκπαιδευτικής και μόνον ανάγκης, επιμένοντας ότι οι νεοελληνικές μεταφράσεις κλασικών κειμένων μεταφέρουν απλώς το νόημα του πρωτοτύπου, κατά κανένα όμως τρόπο δεν αποτελούν γλωσσικό και λογοτεχνικό ισοδύναμό του. Aξιοσημείωτο είναι ότι η μεταφραστική αυτή υποτίμηση της νεοελληνικής περιορίστηκε στην αρχαία γλώσσα και στα αρχαία κείμενά της, ενώ δεν επεκτάθηκε, εμφανώς τουλάχιστον, στις νεοελληνικές μεταφράσεις και της ξενόγλωσσης λογοτεχνίας" [...]